ΜΟΛΔΑΒΙΑ
Η πρώτη στάση μας στην χώρα ήταν στην
ΓΚΑΓΚΑΟΥΖΙΑ
Είναι μια αυτόνομη εδαφική ενότητα στο νότιο τμήμα της Μολδαβίας, η οποία κατοικείται κυρίως από τους Γκαγκαούζους, μια τουρκόφωνη εθνοτική ομάδα που ασπάζεται τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Η περιοχή απέκτησε το ειδικό αυτόνομο καθεστώς της το έτος 1994, μετά από μια περίοδο πολιτικών εντάσεων που ακολούθησαν τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, προκειμένου να διασφαλιστεί η ειρηνική συνύπαρξη και η διατήρηση της πολιτιστικής ταυτότητας των κατοίκων της. Διοικητικό κέντρο και πρωτεύουσα της αυτονομίας είναι η πόλη Κομράτ, ενώ οι επίσημες γλώσσες που χρησιμοποιούνται στην περιοχή είναι η γκαγκαουζιανή, η μολδαβική και η ρωσική. Η οικονομία της βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη γεωργία και την οινοπαραγωγή, ενώ η περιοχή διατηρεί ιστορικά ισχυρούς πολιτιστικούς και πολιτικούς δεσμούς με τη Ρωσία και την Τουρκία.
Το βράδυ καταλήξαμε στην πρωτεύουσα, το
ΚΙΣΙΝΑΟΥ,
που και η μεγαλύτερη πόλη της Μολδαβίας, αποτελώντας συγχρόνως το κύριο διοικητικό, οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο της χώρας.
Βρίσκεται στο κεντρικό τμήμα της Μολδαβίας, κτισμένο στις όχθες του ποταμού Μπικ και περιβάλλεται από εύφορες εκτάσεις που φημίζονται για την οινοπαραγωγή τους.
Η πόλη ιδρύθηκε τον 15ο αιώνα ως μοναστηριακό χωριό, γνώρισε σημαντική ανάπτυξη κατά τη διάρκεια της ρωσικής αυτοκρατορικής περιόδου και ανοικοδομήθηκε σε μεγάλο βαθμό μετά τις καταστροφές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αποκτώντας τη χαρακτηριστική σοβιετική αρχιτεκτονική της με τους φαρδείς δρόμους και τα μεγάλα δημόσια κτίρια.
Σήμερα, το Κισινάου ξεχωρίζει για τους πολλούς χώρους πρασίνου και τα μεγάλα πάρκα του, γεγονός που του έχει χαρίσει τη φήμη μιας από τις πιο πράσινες πόλεις της Ευρώπης.
Οι κάτοικοί του μιλούν κυρίως ρουμανικά και ρωσικά, ενώ η οικονομία της πόλης βασίζεται στο εμπόριο, τις κατασκευές και τη βιομηχανία τροφίμων. Ως τουριστικός προορισμός, προσφέρει στους επισκέπτες μια αυθεντική εμπειρία της ανατολικής Ευρώπης.
Είδαμε:
την ελληνική εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα, που κτίστηκε το έτος 1891 με χορηγία των αδελφών Ιβάν και Βίκτωρα Συναδινού,
το Κεντρικό Ταχυδρομείο,
την Αψίδα του Θριάμβου, που κτίστηκε το έτος 1840 από τον αρχιτέκτονα Λούκα Ζάουσσεβιτς,
τον νεοκλασικής αρχιτεκτονικής Καθεδρικό Ναό της Γεννήσεως του Χριστού, πνευματικό σύμβολο της πόλης και κτίστηκε μεταξύ των ετών 1830 και 1836, το καμπαναριό του, όπως και το γειτονικό Καθεδρικό Πάρκο,
το χάλκινο Μνημείο του Στεφάνου του Μεγάλου (1457-1504), που βρίσκεται μπροστά από το πάρκο Parcul, Stefan cel Mare,
το Δημαρχείο, ένα από τα πιο εμβληματικά ιστορικά και αρχιτεκτονικά μνημεία της πόλης, του οποίου η ανέγερση ολοκληρώθηκε μεταξύ των ετών 1901 και 1902 και κτίστηκε στην θέση ενός παλιού Πυροσβεστικού Σταθμού,
το Κοινοβούλιο (1973-1976),
το Προεδρικό Μέγαρο, γνωστό και ως "Κρυστάλλινο Παλάτι", που κτίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1980,
το ξενοδοχείο Cosmos, που διαθέτει δέκα οκτώ ορόφους, εντυπωσιακό δείγμα μοντερνιστικής και σοβιετικής αρχιτεκτονικής, του οποίου η πρόσοψη του έχει το χαρακτηριστικό μοτίβο σκακιέρας,
το ξενοδοχείο National,
το Σπίτι- στρατηγείο της Φιλικής Εταιρείας (οικία του Ηπειρώτη Μ. Κάτσικα). Εδώ διέμενε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης με τα αδέρφια του και σχεδίασε την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, επιλέγοντας το Κισινάου ως έδρα του επειδή ήταν κοντά σε Ρώσους αξιωματικούς με τους οποίους είχε πολεμήσει ενάντια στον Ναπολέοντα το έτος 1812,
τον ιστορικό Σιδηροδρομικό Σταθμό, που θεωρούνταν η "Πύλη του Κισινάου", καθώς όλες οι σημαντικές προσωπικότητες που επισκεπτόταν την πόλη κατά την εποχή της Σοβιετικής Ένωσης περνούσαν από εκεί. Έμοιαζε με παλάτι, αλλά μετά τους πολέμους και άλλες δύσκολες περιστάσεις, απέκτησε την σημερινή του απλή μορφή, εκτελούνται δε σήμερα από αυτόν ελάχιστα δρομολόγια,
το γειτονικό συγκλονιστικό Μνημείο για τα Θύματα των Απελάσεων του Κομμουνιστικού Καθεστώτος, γνωστό και ως «Τρένο του Πόνου», που τιμά τους δεκάδες χιλιάδες Μολδαβούς που εκτοπίστηκαν στη Σιβηρία μεταξύ 1940-1953,
το παλιό Σοβιετικό Τσίρκο που βρίσκεται υπό ανακαίνιση.
Άλλα αξιοθέατα:
Ο Πύργος του Νερού,
Η Αγορά των Λουλουδιών,
Η εθνική Όπερα Maria Biedu, σοβιετικού στυλ,
Η εκκλησία Μεταμορφώσεως του Σωτήρος,
Το Εθνικό Αρχαιολογικό και Ιστορικό Μουσείο,
Το Εθνικό Μουσείο Εθνογραφίας και Φυσικής Ιστορίας,
Οι μονές St. Τheodor Tiron και Ciulfea.
Για αγορές επισκεφτείτε τα εμπορικά κέντρα Sun City, Atrium και Mall Dova.
Επίσης, αν έχετε χρόνο δείτε τον πιο Μικρό Πρίγκηπα του κόσμου στις όχθες της λίμνης Valea,
το μνημείο Eternity Memorial Complex,
το γλυπτό Sculpture of Lovers
και τέλος το πάρκο με την ομώνυμη λίμνη Βάλεα Μόριλορ (Η κοιλάδα των Μύλων). Το πάρκο ιδρύθηκε το 1950 με πρωτοβουλία του προέδρου Μπρέζνιεφ και αρχικά ονομαζόταν «Κεντρικό Πάρκο Πολιτισμού και Αναψυχής της Κομσομόλ». Εκτείνεται σε 114 εκτάρια, με την ίδια τη λίμνη να καλύπτει 34 εκτάρια. Ο σχεδιασμός του πάρκου έγινε υπό την καθοδήγηση του διάσημου αρχιτέκτονα Ρόμπερτ Κουρτς. Το πάρκο απέκτησε επιπλέον φήμη χάρη στην πρόσφατη αποκατάσταση της Ροτόντας και της Σκάλας με τους Καταρράκτες, που αποτελείται από 218 σκαλοπάτια και ξεπερνά τη διάσημη Σκάλα του Στρατηγού Ποτέμκιν στην Οδησσό, η οποία διαθέτει 200 σκαλοπάτια, προσθέτοντας επιπλέον γοητεία σε αυτό το ιστορικό χώρο πρασίνου.
Για φαγητό επισκεφτείτε το παραδοσιακό εστιατόριο La placinte.
Την επόμενη ημέρα είδαμε το
ΠΑΛΙΟ ΟΡΧΕΪ.
Είναι ένας από τους πιο σημαντικούς αρχαιολογικούς και ιστορικούς χώρους της Μολδαβίας, ο οποίος βρίσκεται περίπου εξήντα χιλιόμετρα βορειοανατολικά από την πρωτεύουσα Κισινάου. Το συγκρότημα είναι κτισμένο σε μια εντυπωσιακή τοποθεσία με ασβεστολιθικούς βράχους που σχηματίζουν μια στενή καμπή πάνω από την κοιλάδα του ποταμού Ράουτ. Η περιοχή αυτή αποτελεί ένα υπαίθριο μουσείο που συνδυάζει το μοναδικό φυσικό τοπίο με τα ίχνη αρχαίων πολιτισμών που έζησαν εκεί για χιλιάδες χρόνια. Στον χώρο έχουν ανακαλυφθεί στρώματα από διάφορες εποχές, ξεκινώντας από την παλαιολιθική περίοδο και την εποχή του σιδήρου, ενώ σώζονται ερείπια από οχυρώματα των Δακών που χρονολογούνται από τον έκτο έως τον πρώτο αιώνα προ Χριστού. Κατά τον δέκατο τέταρτο αιώνα η περιοχή καταλήφθηκε από τη Χρυσή Ορδή των Μογγόλων, οι οποίοι έκτισαν μια ανατολίτικη πόλη με τζαμιά, καραβάν σαράι και δημόσια λουτρά, τα θεμέλια των οποίων είναι ορατά μέχρι σήμερα. Αργότερα, οι Μολδαβοί ανέκτησαν το έδαφος και υπό την ηγεσία του ηγεμόνα Στεφάνου του Μεγάλου έκτισαν ένα ισχυρό πέτρινο φρούριο, μετατρέποντας το Όρχεϊ σε κεντρικό αμυντικό και εμπορικό σημείο της μεσαιωνικής Μολδαβίας. Το πιο διάσημο αξιοθέατο της περιοχής είναι το ορθόδοξο σπηλαιώδες μοναστήρι, το οποίο λαξεύτηκε μέσα στους απόκρημνους βράχους από μοναχούς που αναζητούσαν απομόνωση και προστασία από τις οθωμανικές επιδρομές. Η εκκλησία της σπηλιάς παραμένει ενεργή μέχρι σήμερα και φιλοξενεί μια μικρή κοινότητα μοναχών, ενώ η κορυφογραμμή προσφέρει πανοραμική θέα στην κοιλάδα και στα παραδοσιακά χωριά Μπουτουτσένι και Τρεμπουτζένι που διατηρούν την αυθεντική αγροτική ζωή και την τοπική γαστρονομία της χώρας.
Και ήλθε η μέρα για να βιώσω την εμπειρία που περίμενα με ανυπομονησία, την μονοήμερη εξόρμηση στην
ΥΠΕΡΔΝΕΙΣΤΕΡΙΑ,
την χώρα back to USSR, την "χώρα που δεν είναι χώρα"!
Αποσχίστηκε από τη Μολδαβία την περίοδο μεταξύ των 1990 με 1992, με την επίσημη διακήρυξη της ανεξαρτησίας της να πραγματοποιείται στις 2 Σεπτεμβρίου 1990. Η διαδικασία ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης προκάλεσε την άνοδο του μολδαβικού εθνικισμού και την υιοθέτηση της μολδαβικής ως μόνης επίσημης γλώσσας. Αυτό ανησύχησε τον σλαβόφωνο πληθυσμό της περιοχής, ο οποίος φοβόταν μια πιθανή ένωση της Μολδαβίας με τη Ρουμανία. Οι εντάσεις κλιμακώθηκαν γρήγορα και οδήγησαν σε ένοπλη σύγκρουση τον Μάρτιο του 1992. Ο πόλεμος της Υπερδνειστερίας τερματίστηκε τον Ιούλιο του ίδιου έτους μετά από μια συμφωνία κατάπαυσης του πυρός, η οποία επιτεύχθηκε με τη στρατιωτική παρέμβαση της 14ης Ρωσικής Στρατιάς που στάθμευε εκεί.
Η Υπερδνειστερία αποτελεί ένα από τα πιο ιδιόμορφα γεωπολιτικά παράδοξα παγκοσμίως, καθώς λειτουργεί ως ανεξάρτητο κράτος με δική του κυβέρνηση, στρατό, νόμισμα και σύνορα, αλλά δεν αναγνωρίζεται επίσημα από κανένα κυρίαρχο κράτος μέλος του ΟΗΕ, εκτός από κάποια επίσης μη αναγνωρισμένα "κράτη".
Η περιοχή λειτουργεί σαν μια ζωντανή χρόνοκαψουλα της Σοβιετικής Ένωσης, αφού είναι το μοναδικό μέρος στην Ευρώπη που διατηρεί το σφυροδρέπανο στην κρατική του σημαία, ενώ οι δρόμοι της πρωτεύουσας Τιρασπόλ είναι γεμάτοι με αγάλματα του Λένιν και σοβιετικά μνημεία. Παράλληλα, οι κάτοικοι ψήφισαν σε δημοψήφισμα την ένωσή τους με τη Ρωσία, παρόλο που η περιοχή δεν συνορεύει μαζί της και περιβάλλεται πλήρως από τη Μολδαβία και την Ουκρανία.
Στην οικονομία κυριαρχεί το ρούβλι Υπερδνειστερίας, το οποίο περιλαμβάνει τα μοναδικά στον κόσμο πλαστικά κέρματα, αλλά δεν έχει καμία αξία ή δυνατότητα ανταλλαγής εκτός των συνόρων της.
Η καθημερινότητα και το εμπόριο ελέγχονται σχεδόν απόλυτα από ένα ιδιωτικό μονοπώλιο, την εταιρεία Sheriff, η οποία κατέχει από σούπερ μάρκετ μέχρι την ομώνυμη ποδοσφαιρική ομάδα, που παραδόξως αγωνίζεται στο πρωτάθλημα της Μολδαβίας και παίζει στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις εκπροσωπώντας τη χώρα από την οποία αποσχίστηκε.
Πρόκειται για εταιρεία συμμετοχών που ιδρύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 από δύο πρώην σοβιετικούς αξιωματικούς των υπηρεσιών ασφαλείας (KGB), τον Viktor Gushan και τον Ilya Kazmaly, με το όνομά της να προέρχεται πιθανότατα από το αστυνομικό παρατσούκλι του πρώτου. Η εταιρεία έγινε απίστευτα πλούσια εκμεταλλευόμενη αρχικά το νομικό και γεωπολιτικό κενό που δημιουργήθηκε μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, καθώς η Υπερδνειστερία μετατράπηκε σε μια γκρίζα ζώνη όπου το αφορολόγητο λαθρεμπόριο τσιγάρων, αλκοόλ και τροφίμων μέσω του ουκρανικού λιμανιού της Οδησσού απέφερε τεράστια κέρδη. Στη συνέχεια, οι ιδρυτές χρησιμοποίησαν αυτά τα κεφάλαια για να εξαγοράσουν ή να δημιουργήσουν επιχειρήσεις σε κάθε πιθανό κλάδο της τοπικής οικονομίας, καταφέρνοντας σήμερα να ελέγχουν περίπου το εξήντα τοις εκατό της αγοράς, καθώς στην ιδιοκτησία τους ανήκουν αλυσίδες σούπερ μάρκετ, πρατήρια καυσίμων, η μοναδική εταιρεία κινητής τηλεφωνίας, τηλεοπτικά κανάλια, εργοστάσια, τράπεζες, αλλά και η γνωστή ποδοσφαιρική ομάδα FC Sheriff Tiraspol. Αυτή η οικονομική κυριαρχία επισφραγίστηκε μέσα από τον απόλυτο πολιτικό έλεγχο της περιοχής, αφού ο όμιλος χρηματοδοτεί το κυβερνών κόμμα και επηρεάζει άμεσα την τοπική κυβέρνηση, εξασφαλίζοντας έτσι ευνοϊκή νομοθεσία, φοροαπαλλαγές και τον αποκλεισμό κάθε ξένου ή εγχώριου ανταγωνιστή, γεγονός που εκτόξευσε την προσωπική περιουσία του Viktor Gushan στα δύο δισεκατομμύρια δολάρια.
Ένα ακόμη πολιτισμικό παράδοξο είναι η χρήση της μολδαβικής γλώσσας γραμμένης αποκλειστικά με το κυριλλικό αλφάβητο, μια σοβιετική πρακτική που έχει καταργηθεί παντού αλλού.
Τέλος, επειδή το διαβατήριο της Υπερδνειστερίας δεν επιτρέπει ταξίδια στο εξωτερικό, οι κάτοικοι αναγκάζονται να διατηρήσει ούν πολλαπλές υπηκοότητες, έχοντας ταυτόχρονα μολδαβικά, ρωσικά ή ουκρανικά έγγραφα για τις μετακινήσεις τους.
Η Υπερδνειστερία επιβιώνει οικονομικά μέσα από έναν συνδυασμό ρωσικής υποστήριξης, βαριάς βιομηχανίας και εξαγωγών, καθώς και των δραστηριοτήτων ενός ιδιόμορφου εγχώριου μονοπωλίου.
Η κυριότερη πηγή έμμεσων εσόδων ήταν ανέκαθεν η Ρωσία, η οποία παρείχε για δεκαετίες δωρεάν ή εξαιρετικά φτηνό φυσικό αέριο. Οι τοπικές αρχές πουλούσαν αυτό το αέριο στους κατοίκους και στα εργοστάσια της περιοχής, κρατώντας τα έσοδα για τη χρηματοδότηση του κρατικού προϋπολογισμού και των δημόσιων υπηρεσιών. Επιπλέον, η Μόσχα στέλνει απευθείας οικονομική ανθρωπιστική βοήθεια, χρηματοδοτώντας επιδόματα και συμπληρώματα στις συντάξεις των ηλικιωμένων.
Το δεύτερο μεγάλο στήριγμα είναι η βαριά βιομηχανία και οι εξαγωγές. Παρά το απομονωμένο καθεστώς της, η Υπερδνειστερία διαθέτει τεράστια εργοστάσια, όπως το μεγάλο χαλυβουργείο στο Ρίμπνιτσα και τον ηλεκτροπαραγωγικό σταθμό στο Κουτσουργκάν. Παραδόξως, το μεγαλύτερο μέρος των εξαγωγών αυτών των προϊόντων, καθώς και των κλωστοϋφαντουργικών ειδών ή των αλκοολούχων ποτών όπως το γνωστό κονιάκ Kvint, κατευθύνεται προς τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την ίδια τη Μολδαβία, καθώς οι τοπικές επιχειρήσεις εγγράφονται επίσημα στα μητρώα της Μολδαβίας για να μπορούν να κάνουν νόμιμο διεθνές εμπόριο.
Τέλος, καθοριστικό ρόλο παίζει ο επιχειρηματικός όμιλος Sheriff που ελέγχει το εγχώριο εμπόριο, τα καύσιμα και τις τηλεπικοινωνίες, συνεισφέροντας ένα τεράστιο ποσοστό των φόρων στα ταμεία της περιοχής, καθώς και τα εμβάσματα των χιλιάδων μεταναστών εργαζομένων που στέλνουν χρήματα πίσω στις οικογένειές τους από το εξωτερικό. Ωστόσο, η οικονομία της παρουσιάζει έντονα σημάδια κρίσης και ελλειμμάτων λόγω των γεωπολιτικών αλλαγών στην περιοχή και των περιορισμών στις ροές του ρωσικού αερίου.
Όσον αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση η Υπερδνειστερία δεν λαμβάνει από αυτήν οικονομική ενίσχυση απευθείας στα ταμεία της κυβέρνησης της, αλλά οι κάτοικοι και οι επιχειρήσεις της περιοχής επωφελούνται σημαντικά από ευρωπαϊκά κονδύλια και προγράμματα.
Λόγω του ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αναγνωρίζει την Υπερδνειστερία ως κράτος, η χρηματοδότηση γίνεται με πολύ συγκεκριμένους, έμμεσους τρόπους:
Ανθρωπιστική και Έκτακτη Βοήθεια (μέσω Μολδαβίας): Η ΕΕ στέλνει οικονομική βοήθεια για την ευρύτερη περιοχή. Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια της πρόσφατης ενεργειακής κρίσης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε έκτακτα πακέτα εκατομμυρίων ευρώ για την αγορά φυσικού αερίου και τη στήριξη των πολιτών της Υπερδνειστερίας. Ωστόσο, η διανομή αυτών των χρημάτων ελέγχεται από την κεντρική κυβέρνηση της Μολδαβίας και η ΕΕ θέτει αυστηρούς όρους (όπως ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων). Μάλιστα, η αποσχιστική κυβέρνηση της Τιρασπόλ, υπό την πίεση της Μόσχας, έχει αρνηθεί στο παρελθόν μεγάλα κονδύλια (όπως ένα πακέτο 60 εκατομμυρίων ευρώ) επειδή δεν ήθελε να δεχτεί τους ευρωπαϊκούς όρους ελέγχου.
Προγράμματα Ανάπτυξης και ΜΚΟ: Η ΕΕ, συχνά σε συνεργασία με τον ΟΗΕ (όπως το UNDP), χρηματοδοτεί απευθείας μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αγρότες και τοπικές κοινωνικές οργανώσεις στην Υπερδνειστερία. Τα χρήματα αυτά δίνονται για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των επιχειρήσεων, τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την ανάπτυξη των υποδομών, παρακάμπτοντας τα κρατικά ταμεία των αυτονομιστών.
Ελεύθερο Εμπόριο: Αν και δεν πρόκειται για άμεση παροχή μετρητών, η μεγαλύτερη οικονομική «ένεση» της ΕΕ είναι η πρόσβαση στην αγορά της. Μέσω της εμπορικής συμφωνίας της Μολδαβίας με την ΕΕ (DCFTA), οι επιχειρήσεις της Υπερδνειστερίας που έχουν εγγραφεί στα μολδαβικά μητρώα μπορούν να εξάγουν τα προϊόντα τους στην Ευρώπη χωρίς δασμούς. Ως αποτέλεσμα, περίπου το 70% των εξαγωγών της Υπερδνειστερίας καταλήγει πλέον σε χώρες της ΕΕ, φέρνοντας πολύτιμο ξένο συνάλλαγμα στην περιοχή.
Με απλά λόγια, η ΕΕ στηρίζει οικονομικά τους πολίτες και την οικονομία της περιοχής για να αποτρέψει μια ανθρωπιστική κρίση και να μειώσει την εξάρτηση της από τη Ρωσία, αλλά δεν δίνει χρήματα απευθείας στο μη αναγνωρισμένο πολιτικό καθεστώς της Υπερδνειστερίας.
Η Υπερδνειστερία είναι γενικά ασφαλής όσον αφορά το κοινό έγκλημα στο δρόμο και την καθημερινή κίνηση των τουριστών, αλλά η κατάσταση παραμένει περίπλοκη λόγω του ιδιαίτερου γεωπολιτικού της καθεστώτος. Θεωρείται μια μη αναγνωρισμένη, αποσχισθείσα περιοχή της Μολδαβίας με έντονη ρωσική επιρροή και λόγω του πολέμου στη γειτονική Ουκρανία τα σύνορα της με την τελευταία είναι εντελώς κλειστά, πράγμα που σημαίνει ότι η πρόσβαση και η έξοδος γίνονται αποκλειστικά μέσω των εδαφών που ελέγχει η επίσημη κυβέρνηση της Μολδαβίας. Το κυριότερο πρόβλημα για έναν ξένο επισκέπτη είναι ότι οι διπλωματικές αρχές και οι πρεσβείες των ευρωπαϊκών χωρών δεν έχουν καμία δικαιοδοσία ή δυνατότητα παρέμβασης εκεί, οπότε αν προκύψει οποιοδήποτε νομικό ή γραφειοκρατικό ζήτημα, η παροχή προξενικής βοήθειας είναι σχεδόν αδύνατη. Κατά τα άλλα, οι αρχές επιβάλλουν αυστηρούς ελέγχους στα σημεία εισόδου όπου εκδίδεται μια προσωρινή άδεια παραμονής, ενώ υπάρχει απόλυτη απαγόρευση φωτογράφισης κυβερνητικών κτιρίων, στρατιωτικών εγκαταστάσεων, σημείων ελέγχου και ένστολων, κανόνας που αν παραβιαστεί μπορεί να οδηγήσει σε ανακρίσεις ή συλλήψεις.
Επίσημες ταξιδιωτικές οδηγίες από κράτη όπως οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Αυστραλία αποτρέπουν αυστηρά τις επισκέψεις στην Υπερδνειστερία για συγκεκριμένους λόγους ασφαλείας και νομικής κάλυψης.
Ο βασικότερος λόγος είναι η παντελής έλλειψη ελέγχου από τη νόμιμη κυβέρνηση της Μολδαβίας, πράγμα που σημαίνει ότι οι συνταγματικές αρχές της χώρας δεν μπορούν να εγγυηθούν τη δημόσια τάξη ή την ασφάλεια των πολιτών σε αυτό το έδαφος. Αυτό συνδέεται άμεσα με την αδυναμία παροχής προξενικής βοήθειας, καθώς οι ξένες πρεσβείες δεν διαθέτουν δικαιοδοσία ή πρόσβαση στην περιοχή για να βοηθήσουν έναν πολίτη τους σε περίπτωση σύλληψης, ατυχήματος ή απώλειας εγγράφων.
Επιπλέον, η εγγύτητα με την Ουκρανία και η παρουσία ρωσικών στρατευμάτων δημιουργούν ένα εξαιρετικά ασταθές περιβάλλον ασφαλείας με κίνδυνο ένοπλης σύρραξης. Τα σύνορα με την Ουκρανία είναι κλειστά και η ένταση στην ευρύτερη περιοχή παραμένει υψηλή.
Τέλος, το τοπικό αποσχιστικό καθεστώς εφαρμόζει δικούς του αυστηρούς νόμους και έχει αυξήσει τις εξουσίες των αρχών για προφυλακίσεις και διώξεις με την κατηγορία του εξτρεμισμού, ερμηνεύοντας ως τέτοιο ακόμα και την απλή ελευθερία έκφρασης ή μια ειρηνική διαμαρτυρία, γεγονός που αυξάνει κατακόρυφα τον κίνδυνο αυθαίρετης κράτησης ξένων υπηκόων.
Όσον αφορά την σχέση της Υπερδνειστερίας με τη Ρωσία είναι ιστορικά καθοριστική, καθώς η Μόσχα αποτελεί τον ιδρυτή, τον κύριο προστάτη και τον χρηματοδότη της αποσχισθείσας αυτής περιοχής από τις αρχές της δεκαετίας του 1990.
Σε στρατιωτικό επίπεδο, η Ρωσία διατηρεί μόνιμα στην περιοχή μια ειρηνευτική και επιχειρησιακή δύναμη περίπου χιλίων πεντακοσίων στρατιωτών, η οποία ελέγχει παράλληλα την τεράστια σοβιετική αποθήκη πυρομαχικών στο χωριό Κομπάσνα, προσφέροντας στο τοπικό καθεστώς μια μόνιμη ασπίδα ασφαλείας απέναντι στη Μολδαβία.
Σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, η σύνδεση είναι εξαιρετικά στενή, αφού η πλειονότητα των κατοίκων είναι ρωσόφωνοι και περίπου διακόσιες χιλιάδες από αυτούς κατέχουν ρωσικά διαβατήρια, ενώ η τοπική ηγεσία ευθυγραμμίζεται πλήρως με τις γεωπολιτικές επιδιώξεις του Κρεμλίνου.
Ωστόσο, αυτή η εξάρτηση δέχεται ισχυρά πλήγματα τα τελευταία χρόνια εξαιτίας του πολέμου στην Ουκρανία. Η απόφαση της Ουκρανίας να διακόψει τη διαμετακόμιση ρωσικού φυσικού αερίου μέσω των εδαφών της προκάλεσε τεράστια ενεργειακή και οικονομική κρίση στην Υπερδνειστερία, η οποία επί δεκαετίες βασιζόταν στο δωρεάν ή υπερβολικά φθηνό ρωσικό αέριο για να κρατά όρθια τη βαριά βιομηχανία της και τις δημόσιες υποδομές της.
Αυτό το γεγονός, σε συνδυασμό με το πλήρες κλείσιμο των συνόρων με την Ουκρανία, έχει απομονώσει γεωγραφικά τη ρωσική δύναμη και αναγκάζει τον επιχειρηματικό όμιλο Sheriff και την τοπική κυβέρνηση να στραφούν σε έναν αναγκαστικό πραγματισμό, αυξάνοντας την οικονομική και εμπορική τους συνεργασία με την κεντρική κυβέρνηση της Μολδαβίας και την Ευρωπαϊκή Ένωση προκειμένου να επιβιώσουν.
Η εντύπωση που αποκομίσαμε μετά από την επίσκεψη μας δεν είχε τελικά σχέση με την εικόνα που είχαμε στο μυαλό μας για την ιδιαίτερη αυτή περιοχή, δηλαδή την εικόνα ενός τόπου προσκολλημένου στο σοβιετικό παρελθόν, αφού δεν γνωρίζαμε όλα τα παραπάνω. Επίσης μας εξέπληξε πόσο καθαρή, οργανωμένη και ευχάριστη είναι η Υπερδνειστερία. Βέβαια, όπως ήταν αναμενόμενο, τα σημάδια της παγκοσμιοποίησης είναι πλέον ορατά και σ'αυτήν την γωνιά του πλανήτη. Μοντέρνα καφέ, σούπερ μάρκετ και καταστήματα άρχισαν να κάνουν την εμφάνιση τους. Οπότε συμβουλεύω να την επισκεφθείτε όσο διατηρεί ακόμη την ιδιόμορφη εικόνα της!
Η πρώτη στάση μας στην Υπερδνειστερία ήταν:
Στο Φρούριο της Μπέντερ (ή κάστρο Τίγκινα) που είναι ένα τεράστιο οθωμανικό κάστρο του 16ου αιώνα στην πόλη Μπέντερ της Υπερδνειστερίας, στις όχθες του ποταμού Δνείστερου. Κτίστηκε το 1537 από τον Σουλτάνο Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή και αποτελεί το σημαντικότερο ιστορικό αξιοθέατο της περιοχής. Σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα Χότζα Μιμάρ Σινάν ως οχυρωμένο προστατευτικό σημείο εναντίον των επιθέσεων. Διαθέτει ισχυρά τείχη, πύργους και μεγάλες πύλες εισόδου, προσφέροντας πανοραμική θέα στον ποταμό και τη γύρω περιοχή. Έχει υπάρξει μήτρα πολλών μαχών μεταξύ Οθωμανών, Ρώσων και Κοζάκων, ενώ εκεί κατέφυγε και ο βασιλιάς Κάρολος ΙΒ΄ της Σουηδίας μετά την ήττα του στη μάχη της Πολτάβα. Βρίσκεται σε απόσταση μόλις 13-18 χιλιομέτρων δυτικά από την πρωτεύουσα της Υπερδνειστερίας, την Τιρασπόλ. Στον χώρο λειτουργούν σήμερα μουσεία (συμπεριλαμβανομένου μουσείου μεσαιωνικών βασανιστηρίων και ιστορίας του φρουρίου), εκθέσεις όπλων και διαμορφωμένοι κήποι για τους επισκέπτες.
Επιστρέφοντας στο Κισινάου επισκεφθήκαμε
Το Παλάτι του Μανούκ Μπέη.
Είναι ένα ιστορικό αρχιτεκτονικό συγκρότημα στη Μολδαβία, το οποίο κτίστηκε κατά τον 19ο αιώνα στην πόλη Χιντσέστι. Η κατασκευή του ξεκίνησε από τον πλούσιο Αρμένιο έμπορο και διπλωμάτη Μανούκ Μπέη Μιρζογιάν, ο οποίος αγόρασε το κτήμα το 1815, αλλά ολοκληρώθηκε από τους απογόνους του. Το κεντρικό παλάτι σχεδιάστηκε από τον διάσημο αρχιτέκτονα Αλεξάντρ Μπερναρντάτσι και ξεχωρίζει για το στυλ του γαλλικού κλασικισμού, με αποτέλεσμα πολλοί να το αποκαλούν "Βερσαλλίες της Μολδαβίας".Το συγκρότημα περιλαμβάνει αρκετά κτίρια, μεταξύ των οποίων το Κάστρο του Κυνηγιού, την οικία του οικονόμου, έναν πύργο ρολογιού και ένα μεγάλο δίκτυο υπόγειων στοών. Οι εσωτερικοί χώροι του παλατιού είναι πολυτελείς, με ορισμένες οροφές να έχουν ζωγραφιστεί από τον διάσημο καλλιτέχνη Ιβάν Αϊβαζόφσκι. Μετά από εκτεταμένες εργασίες αποκατάστασης, το παλάτι λειτουργεί πλέον ως μουσείο και αποτελεί έναν από τους πιο δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς στη Μολδαβία.
🍞🍢🍯
ΚΟΥΖΙΝΑ
Η μολδαβική κουζίνα είναι ένας εξαιρετικός συνδυασμός γεύσεων, βαθιά επηρεασμένος από τη ρουμανική παράδοση, αλλά και με έντονα στοιχεία από τη σλαβική, την εβραϊκή και την τουρκική γαστρονομία, λόγω της γεωγραφικής της θέσης και της ιστορίας της. Η βάση της στηρίζεται σε απλά, αγνά υλικά της γης, όπως τα λαχανικά, τα δημητριακά, το κρέας και τα γαλακτοκομικά προϊόντα, τα οποία μεταμορφώνονται σε χορταστικά και νόστιμα πιάτα.Το πιο εμβληματικό και αναγνωρίσιμο στοιχείο της κουζίνας τους είναι η μαμαλίγκα, ένας χυλός από καλαμποκάλευρο παρόμοιος με την πολέντα, που παραδοσιακά κόβεται με κλωστή και συνοδεύει σχεδόν κάθε γεύμα. Σερβίρεται συνήθως με τόκανα, που είναι ένα ζουμερό κοκκινιστό χοιρινό ή βοδινό κρέας, φρέσκο ανθότυρο ή φέτα και ξινή κρέμα, η οποία αποτελεί βασικό συνοδευτικό σε κάθε μολδαβικό τραπέζι.Ένα άλλο πολύ δημοφιλές πιάτο είναι τα σαρμάλε, τα οποία είναι ντολμάδες από φύλλα λάχανου ή αμπελόφυλλα, γεμισμένα με κιμά, ρύζι και μυρωδικά, που σιγομαγειρεύονται για ώρες σε πήλινα σκεύη. Επίσης, οι Μολδαβοί αγαπούν ιδιαίτερα τις σούπες, με πιο διάσημη τη ζέμα, μια ελαφρώς όξινη κοτόσουπα με σπιτικά νουντλς, και την μπορς, η οποία φτιάχνεται με παντζάρια και λαχανικά. Από το καθημερινό τραπέζι δεν λείπουν ποτέ οι πλατσίντες, που είναι παραδοσιακές πίτες με λεπτό φύλλο, ψημένες στο τηγάνι ή στον φούρνο, και γεμίζονται με πατάτες, τυρί, χόρτα, κολοκύθα ή ακόμα και γλυκά βύσσινα. Η Μολδαβία είναι επίσης παγκοσμίως γνωστή για την εξαιρετική οινοπαραγωγή της, καθώς τα τοπικά κρασιά συνοδεύουν πάντα τα γεύματα, συμπληρώνοντας την πλούσια γαστρονομική εμπειρία της χώρας.
Πρόταση για διαμονή:
Weekend Boutique Hotel 🏨 4*
(Arborilor str. 7, πολύ κοντά στο εμπορικό κέντρο Mall Dova).
Το ταξίδι πραγματοποιήθηκε από το ταξιδιωτικό γραφείο Iole Travel, με έδρα την Θεσσαλονίκη, το οποίο ευχαριστούμε θερμά!!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου